| Λέξη | Συνώνυμα | Αντώνυμα |
|---|---|---|
| ψύχραιμος | ατάραχος γαλήνιος φλεγματικός εγκρατής νηφάλιος |
παράφορος ασυγκράτητος θυελλώδης θυμώδης ευέξαπτος |
| ψυχωμένος | αντρειωμένος γενναίος σθεναρός ατρόμητος θαρραλέος ακατάβλητος μαχητικός ηρωικός |
δειλός λιπόψυχος φοβητσιάρης άτολμος αδύναμος φυγόμαχος ασθενικός |
| ώθηση | προτροπή παρακίνηση ενθάρρυνση επιτάχυνση προώθηση |
απομάκρυνση αποκοπή αναχαίτιση ανακοπή παρακώλυση |
| ωθώ | σπρώχνω απομακρύνω απωθώ παροτρύνω παρακινώ επισπεύδω εξωθώ παρωθώ |
έλκω ελκύω προσελκύω μαγνητίζω |
| ώριμος | γινωμένος μεστωμένος ολοκληρωμένος αναπτυγμένος μυαλωμένος σοβαρός |
ανώριμος άωρος άγουρος αγίνωτος αμέστωτος |
| ώσμωση | διαπίδυση αλληλοδιείσδυση αλληλοδιάχυση επικοινωνία ανταλλαγή |
στεγανοποίηση αποξένωση αποστασιοποίηση |
| ωφέλεια | όφελος κέρδος απολαβή |
ζημία απώλεια βλάβη |
| ωφέλιμος | χρήσιμος επωφελής λυσιτελής |
άχρηστος αλυσιτελής |
| ωφελώ | βοηθώ ευεργετώ προσφέρω εξυπηρετώ χρησιμεύω |
βλάπτω ζημιώνω χάνω στερούμαι |
| ωχρός | χλωμός αμυδρός αχνός θαμπός αδύναμος άτονος σβησμένος καταπτοημένος |
ροδαλός ζωηρός ισχυρός ακμαίος υγιής θαλερός |
×