| Λέξη | Συνώνυμα | Αντώνυμα |
|---|---|---|
| φερέγγυος | αξιόπιστος αξιόχρεος |
αφερέγγυος αναξιόπιστος |
| φήμη | διάδοση υπόληψη εκτίμηση |
αφάνεια ανωνυμία ασημότητα |
| φθείρω | καταστρέφω βλάπτω χαλάω αποφορτίζομαι(ωςμεσοπαθητικό) |
συντηρώ προστατεύω εξασφαλίζω ευεργετώ συμμορφώνω |
| φθίνω | ατονώ εξασθενώ εξαντλούμαι λιγοστεύω |
ενδυναμώνομαι τονώνομαι ισχυροποιούμαι |
| φιλόδοξος | δοξομανής μεγαλομανής αρχομανής κενόδοξος ματαιόφρων μεγαλεπήβολος |
σεμνός ταπεινός ταπεινόφρων μετρημένος συνηθισμένος δειλός κακομοίρης δουλοπρεπής |
| φιλονικία | έριδα διαμάχη προστριβή λογομαχία |
ομόνοια ειρήνη |
| φιλόπονος | εργατικός προκομμένος |
φυγόπονος |
| φλεγματικός | ψύχραιμος ήρεμος συγκεντρωμένος συγκρατημένος απαθής ατάραχος ασυγκίνητος |
νευρικός θερμόαιμος ευέξαπτος παρορμητικός συναισθηματικός παράφορος |
| φοβερός | τρομερός φρικαλέος έντονος αξιόλογος εξαιρετικός |
|
| φόβητρο | εκφοβιστικήπαρουσία απειλή φάσμα |
υπόσχεση τάξιμο διαβεβαίωση δέλεαρ επαγγελία καλόπιασμα ενθάρρυνση δελεαστικήπρόταση |
×