| Λέξη | Συνώνυμα | Αντώνυμα |
|---|---|---|
| χρήσιμος | ωφέλιμος επωφελής λυσιτελής |
ακατάλληλος απρόσφορος άχρηστος |
| χρηστός | ηθικός καλός αγαθός δίκαιος σωστός ενάρετος έντιμος ακέραιος ανεπίληπτος |
φαύλος ανήθικος κακός ανέντιμος διεφθαρμένος |
| χυδαίος | βάναυσος αγροίκος άξεστος αγενής αχρείος πρόστυχος |
αβρός ευγενικός κόσμιος σεμνός ηθικός |
| χωρίζω | τραβώ βγάζω αποσπώ διακρίνω αποχωρίζω απομονώνω απομακρύνω |
ενώνω ανακατεύω συνδέω συνάπτω ταυτίζω ενσωματώνω συνθέτω |
| ψεγάδι | ελάττωμα μειονέκτημα ατέλεια έλλειψη κουσούρι σφάλμα αδυναμία |
πλεονέκτημα προσόν αρετή χάρισμα προτέρημα |
| ψεγάδι | ατέλεια ελάττωμα μειονέκτημα τρωτό αδυναμία |
προσόν πλεονέκτημα χάρισμα προτέρημα |
| ψευδεπίγραφος | νόθος αναυθεντικός ψευδώνυμος σφετεριστής εικονικός πλαστός ανύπαρκτος |
πραγματικός αυθεντικός γνήσιος |
| ψευδής | ψεύτικος ανυπόστατος αναληθής ανακριβής αβάσιμος ανειλικρινής κίβδηλος πλασματικός παραποιημένος πλαστογραφημένος τεχνητός ανύπαρκτος |
αληθινός πραγματικός αψευδής ακριβής γνήσιος αυθεντικός |
| ψευδής | πλαστός ψεύτικος ανειλικρινής |
αληθινός ειλικρινής |
| ψυχοφθόρος | ψυχικάεξαντλητικός εξουθενωτικός αγχογόνος εκνευριστικός δυσάρεστος εξαχρειωτικός |
ψυχωφελής ψυχοσωτήριος ηθικοπλαστικός |
×