| Λέξη | Συνώνυμα | Αντώνυμα |
|---|---|---|
| φόβος | δέος τρόμος ξάφνιασμα αγωνία ανασφάλεια |
γαλήνη ηρεμία θάρρος τόλμη σιγουριά αυτοπεποίθηση ασφάλεια |
| φρενίτιδα | ασυγκράτητοςενθουσιασμός παραλήρημα ντελίριο υστερία αλλοφροσύνη |
ηρεμία ψυχραιμία νηφαλιότητα απάθεια αδιαφορία νιρβάνα |
| φροντίδα | μέριμνα περιποίηση ενδιαφέρον επιμέλεια ευθύνη |
αδιαφορία αμέλεια παραμέληση ανεμελιά ηρεμία άρνηση |
| φυγομαχία | λιποταξία λιποψυχία δειλία λιγοψύχισμα ριψασπιδισμός ευθυνοφοβία ατιμωτικήφυγή αναξιοπρεπήςυποχώρηση |
γενναιότητα σθένος τόλμη παλικαριά αξιοπρέπεια μαχητικότητα υπευθυνότητα |
| φυγόπονος | οκνηρός τεμπέλης |
φιλόπονος |
| φυσικός | υλικός έμφυτος εγγενής κληρονομικός κανονικός ανυπόκριτος αληθινός απλός |
αφύσικος επίκτητος αυλός αντικανονικός υπερφυσικός προσποιητός πλαστός τεχνητός |
| χαλεπός | δύσκολος δυσχερής κουραστικός επίπονος επίμοχθος κοπιώδης κοπιαστικός σκληρός τραχύς δυσάρεστος αλγεινός επίφοβος επικίνδυνος |
εύκολος ξεκούραστος άνετος βολικός ευχάριστος απολαυστικός ευτυχισμένος ξένοιαστος ανέμελος ασφαλής |
| χαλιναγώγηση | συγκράτηση έλεγχος |
αποδέσμευση απελευθέρωση |
| χαλιναγωγώ | περιορίζω συγκρατώ ανακόπτω καταστέλλω ελέγχω πειθαρχώ καθοδηγώ |
απελευθερώνω λύνω εξαπολύω |
| χαλκεύω | σφυρηλατώ διαμορφώνω επινοώ κατασκευάζω οργανώνω |
×