| Λέξη | Συνώνυμα | Αντώνυμα |
|---|---|---|
| ύπαρξη | υπόσταση οντότητα παρουσία |
ανυπαρξία απουσία έλλειψη |
| υπερασπίζω | συνηγορώ προασπίζω αμύνομαι προστατεύω υποστηρίζω υπερμαχώ |
επιτίθεμαι εγκαταλείπω κατηγορώ |
| υπερβαίνω | περνώ υπερπηδώ παρακάμπτω προχωρώ παραβιάζω |
προσκρούω σκοντάφτω υστερώ μειονεκτώ υπολείπομαι καθυστερώ |
| υπερβάλλω | μεγαλοποιώ δραματοποιώ τραγικοποιώ παραμορφώνω |
ακριβολογώ κυριολεκτώ |
| υπερισχύω | επικρατώ υπερτερώ υπερνικώ επιβάλλομαι |
υπολείπομαι ηττώμαι |
| υπεροπτικός | αλαζονικός υπερφίαλος |
ταπεινός σώφρονος |
| υπεροχή | ανωτερότητα υπερτέρηση πλεονέκτημα ηγεμονία κυριαρχία |
κατωτερότητα μειονεκτικότητα μειονέκτημα υστέρηση αδυναμία ατέλεια ανεπάρκεια |
| υπεύθυνος | υπόλογος υπαίτιος ένοχος ευθυνόμενος |
ανεύθυνος ασύδοτος αθώος ανυπόλογος |
| υποβαθμίζω | υποβιβάζω ευτελίζω μειώνω αλλοιώνω φθείρω |
αναβαθμίζω τονίζω |
| υπόβαθρο | υποστήριγμα θεμέλιο υποδομή βάση θεμελίωση |
κορυφή υπερδομή αποτέλεσμα |
×