| Λέξη | Συνώνυμα | Αντώνυμα |
|---|---|---|
| αναθεωρώ | ξανακοιτάζω επανεξετάζω ελέγχω αλλάζω μεταβάλλω τροποποιώ |
διατηρώ κρατάωκάτιάθικτο |
| αναιρώ | αρνούμαι ακυρώνω αθετώ παραβιάζω υπαναχωρώ |
επιβεβαιώνω θεμελιώνω |
| αναλώνω | ξοδεύω δαπανώ διαθέτω προσφέρω αφιερώνω εξαντλώ |
κρατώ συντηρώ φυλάω εξοικονομώ φείδομαι υπολογίζω |
| αναμφισβήτητος | αναντίρρητος αναμφίβολος αναμφίλεκτος αδιαμφισβήτητος |
αμφισβητούμενος αμφισβητήσιμος αμφιλεγόμενος |
| αναντίρρητος | αναμφισβήτητος αδιαφιλονίκητος αναντίλεκτος αναμφίβολος |
αμφισβητούμενος αμφιλεγόμενος αμφίβολος |
| αναπληρώνω | αντικαθιστώ υποκαθιστώ καλύπτω συμπληρώνω βοηθώ |
διατηρώ κρατάω χάνω |
| αναπόληση | νοσταλγία αναθύμηση ονειροπόληση ανάμνηση |
|
| αναπόσπαστος | αχώριστος φυσικός εγγενής δομικός θεμελιώδης αξεκόλλητος |
αποσπάσιμος διαχωρίσιμος επίκτητος τεχνητός πρόσθετος συμπληρωματικός απαλλοτριώσιμος συνδεδεμένος |
| αναπόφευκτος | αναπόδραστος μοιραίος αναγκαίος αναγκαστικός υποχρεωτικός |
αποτρέψιμος αναστρέψιμος αβέβαιος προαιρετικός |
| ανάπτυξη | εξάπλωση επέκταση αύξηση ξετύλιγμα ξεδίπλωμα |
σύμπτυξη συμπύκνωση ελάττωμα μαρασμός |
×