| Λέξη | Συνώνυμα | Αντώνυμα |
|---|---|---|
| αμφισβήτηση | αντιλογία αντίρρηση φιλονικία ένσταση εναντιολογία |
αναγνώριση αποδοχή παραδοχή υιοθέτηση |
| αμφισβητώ | διαφωνώ αμφιβάλλω αντιτίθεμαι διχογνωμώ (δια)φιλονικώ |
αναγνωρίζω συμφωνώ δέχομαι αποδέχομαι παραδέχομαι |
| αναβαθμίζω | ανεβάζω ενισχύω προβιβάζω ισχυροποιώ προάγω βελτιώνω προωθώ διευρύνω εμπλουτίζω |
υποβαθμίζω υποβιβάζω αποδυναμώνω απαξιώνω περιορίζω επιδεινώνω |
| αναβιώνω | ξαναζωντανεύω επαναφέρω επανέρχομαι ανακαλούμαι |
λησμονώ ξεχνώ φθίνω |
| αναγκαίος | αναγκαστικός αναπόφευκτος υποχρεωτικός απαραίτητος απαιτούμενος |
προαιρετικός |
| αναγνωρίζω | αποδέχομαι παραδέχομαι ομολογώ δέχομαι συμφωνώ εκτιμώ επικροτώ |
αμφισβητώ αρνούμαι αποποιούμαι αποστέργω |
| αναγνώριση | αποδοχή επιβεβαίωση ομολογία |
αμφισβήτηση αποποίηση άρνηση απόκρουση απόρριψη |
| αναδίφηση | έρευνα ανίχνευση διερεύνηση εξερεύνηση εξέταση μελέτη |
αδιαφορία εγκατάλειψη |
| αναζωογονώ | τονώνω φρεσκάρω αναθερμαίνω ανανεώνω ενισχύω ξαναφουντώνω |
εξαντλώ εξουθενώνω κουράζω αποδυναμώνω υπονομεύω |
| αναθαρρώ | ξεθαρρεύω εμψυχώνομαι τονώνομαι |
αποθαρρύνομαι απογοητεύομαι απελπίζομαι καταρρέω |
×