| Λέξη | Συνώνυμα | Αντώνυμα |
|---|---|---|
| αναστέλλω | αναβάλλω μεταθέτω χρονοτριβώ εμποδίζω |
|
| ανασυγκροτώ | ξαναφτιάχνω ανασυντάσσω ανασυνδέω αναδομώ ανασχηματίζω |
διαλύω χαλάω απορρυθμίζω αποδιοργανώνω καταστρέφω αποσυνθέτω |
| ανασύσταση | ανασυγκρότηση επανίδρυση επαναλειτουργία αναβίωση |
διάλυση κλείσιμο κατάλυση |
| ανατρέπω | καταρρίπτω αναιρώ ανασκευάζω καταργώ |
υποστηρίζω εδραιώνω |
| αναφέρω | μνημονεύω δηλώνω εξετάζω ανακοινώνω γνωστοποιώ |
αποσιωπώ παρασιωπώ αποκρύπτω παραλείπω |
| αναφορά | μνεία συσχέτιση σύνδεση έκθεση |
αποσιώπηση παρασιώπηση |
| αναχρονιστικός | απαρχαιωμένος οπισθοδρομικός ξεπερασμένος |
σύγχρονος μοντέρνος |
| ανεμπόδιστος | απρόσκοπτος ελεύθερος απεριόριστος ανενόχλητος απερίσπαστος |
εμποδισμένος κωλυόμενος περιορισμένος ελεγχόμενος δύσκολος |
| ανένδοτος | ανυποχώρητος αμετακίνητος αδιάλλακτος αμετάπειστος άκαμπτος |
ενδοτικός υποχωρητικός συζητήσιμος διαλλακτικός επιεικής συμβιβαστικός ήπιος μετριοπαθής |
| ανεξακρίβωτος | ανεπιβεβαίωτος αναπόδεικτος αβεβαίωτος |
εξακριβωμένος διακριβωμένος βεβαιωμένος |
×