| Λέξη | Συνώνυμα | Αντώνυμα |
|---|---|---|
| τιμή | υπόληψη όνομα κύρος φήμη σεβασμός εκτίμηση διάκριση αξία |
ατιμία ανυποληψία διασυρμός ταπείνωση προσβολή ασέβεια διαφθορά |
| τιμωρώ | καταδικάζω βασανίζω ταλαιπωρώ εκδικούμαι |
αθωώνω αμείβω αποζημιώνω |
| τολμηρός | θαρραλέος άφοβος ριψοκίνδυνος ανδρείος γενναίος άτρομος ευθαρσής |
δειλός άτολμος ψοφοδεής άνανδρος |
| τομή | κόψιμο παρέμβαση μεταρρύθμιση εμβάθυνση παύση |
|
| τονίζω | υπογραμμίζω | παραβλέπω |
| τοποθετώ | βάζω εντάσσω ορίζω θεωρώ επενδύω κάθομαι μιλάω |
βγάζω παίρνω αποσπώ τραβάω αποπέμπω |
| τραγικός | δυσάρεστος φοβερός |
|
| τραχύς | σκληρός άγριος κοπιαστικός βαρύς βίαιος στρυφνός δυσχερής |
ομαλός απαλός ξεκούραστος ήπιος ευγενικός ήρεμος εύκολος |
| τροπή | μεταβολή τροποποίηση γύρισμα |
διατήρηση |
| τυπικός | συμβατικός συνήθης τυπολάτρης |
×