| Λέξη | Συνώνυμα | Αντώνυμα |
|---|---|---|
| συνεκτικός | συνδετικός ενοποιητικός |
διασπαστικός |
| συνέπεια | αποτέλεσμα απόρροια παρεπόμενο επακολούθημα |
αίτιο αιτία αφορμή |
| συνεχής | συνεχόμενος αδιάκοπος αδιάλειπτος ακατάπαυστος ασταμάτητος διαρκής εξακολουθητικός διηνεκής αέναος ατελείωτος ατέρμονος αλλεπάλληλος επαναληπτικός |
στιγμιαίος ασυνεχής παροδικός περιοδικός πρόσκαιρος εφήμερος ακαριαίος |
| σύνθετος | πολυμερής πολύπλευρος πολυσχιδής πολλαπλός ποικιλότροπος |
απλός μονομερής μονόπλευρος απλουστευμένος |
| συνοχή | σύνδεση αλληλουχία συνάφεια ενότητα |
διάλυση διάσπαση αποσύνδεση |
| συντελώ | συμβάλλω συντείνω υποβοηθώ συνεργώ |
κωλυσιεργώ παρακωλύω παρεμποδίζω δυσκολεύω εμποδίζω |
| συντηρητικός | οπισθοδρομικός αντιδραστικός |
προοδευτικός μοντέρνος |
| συνύπαρξη | συνεύρεση συνάντηση συμβίωση συγκατοίκηση |
διαχωρισμός απομόνωση αποκλεισμός αποκοπή αποξένωση διχασμός |
| σφαιρικός | συνολικός | μερικός μονομερής |
| σφετερίζομαι | ιδιοποιούμαι οικειοποιούμαι αντιποιούμαι καταχρώμαι εκμεταλλεύομαι αρπάζω κατακρατώ |
δίνω παρέχω παραχωρώ χαρίζω |
×