| Λέξη | Συνώνυμα | Αντώνυμα |
|---|---|---|
| σκοπεύω | προτίθεμαι σχεδιάζω στοχεύω |
αναβάλλω |
| σκοπός | στόχος πρόθεση βλέψη επιδίωξη σχέδιο κίνητρο τέλος νόημα μελωδία ρυθμός τραγούδι φρουρός φύλακας |
|
| σκωπτικός | κοροϊδευτικός περιπαικτικός εμπαικτικός χλευαστικός ειρωνικός σαρκαστικός |
σοβαρός σοβαροφανής αυστηρός |
| σοβαρός | υπεύθυνος αυστηρός σπουδαίος καθοριστικός επιβλητικός |
γελοίος ελαφρός εκδηλωτικός διαχυτικός επιπόλαιος ασήμαντος |
| σπάνιος | δυσεύρετος αραιός σποραδικός εκλεκτός εξαιρετικός |
συνηθισμένος διαδεδομένος συχνός επικίνδυνος |
| σπεύδω | προθυμοποιούμαι βιάζομαι επείγομαι |
καθυστερώ αργώ αργοπορώ βραδυπορώ |
| σπουδαίος | σημαντικός κορυφαίος ουσιώδης ενδιαφέρων κρίσιμος |
ασήμαντος υποδεέστερος καταφρονητέος επουσιώδης αδιάφορος |
| σταθεροποιώ | στερεώνω μονιμοποιώ |
αποσταθεροποιώ |
| σταθερός | ακλόνητος ασάλευτος ακίνητος συνεχής πιστός συνεπής σίγουρος |
ασταθής κινητός μεταβλητός άστατος ρευστός επικίνδυνος |
| στερώ | αφαιρώ αρπάζω λεηλατώ χάνω υποφέρω |
προσφέρω παρέχω εξασφαλίζω χορηγώ διαθέτω δίνω προμηθεύω |
×