| Λέξη | Συνώνυμα | Αντώνυμα |
|---|---|---|
| ανεξέλεγκτος | ανεξακρίβωτος ανέλεγκτος ανεπιβεβαίωτος |
εξακριβωμένος ελεγμένος βέβαιος |
| ανεπανόρθωτος | αθεράπευτος αγιάτρευτος |
επανορθώσιμος ιάσιμος |
| ανεπάρκεια | έλλειψη ανικανότητα αδυναμία αναξιότητα |
επάρκεια ικανότητα πληρότητα αρτιότητα αξιοσύνη |
| ανεπαρκής | ελλιπής λιγοστός μικρός περιορισμένος πενιχρός αναποτελεσματικός |
αρκετός επαρκής ικανοποιητικός άφθονος περίσσιος πλούσιος ικανός |
| ανεπίδεκτος | ανίκανος απρόσφορος ασυζήτητος |
(επι)δεκτικός ικανός συζητήσιμος |
| ανέχομαι | υπομένω υφίσταμαι αντέχω υποφέρω επιτρέπω δικαιολογώ παραβλέπω |
δυσανασχετώ αγανακτώ εξανίσταμαι διαμαρτύρομαι αποδοκιμάζω |
| ανήκεστος | αθεράπευτος ανίατος ανεπανόρθωτος καταστρεπτικός |
ιάσιμος θεραπεύσιμος επανορθώσιμος |
| ανθρωπιστικός | ουμανιστικός φιλανθρωπικός |
αντιανθρωπιστικός αποκτηνωτικός εκβαρβαριστικός |
| ανία | πλήξη θλίψη αθυμία κατήφεια βαρυθυμία στενοχώρια |
ευθυμία διασκέδαση |
| ανιδιοτελής | αφιλοκερδής αφιλοχρήματος ανυστερόβουλος |
ιδιοτελής φιλοκερδής |
×