| Λέξη | Συνώνυμα | Αντώνυμα |
|---|---|---|
| αμαθής | απαίδευτος αγράμματος άπειρος αδαής αγροίκος |
πολυμαθής εγγράμματος |
| αμβλύνω | μετριάζω μαλακώνω κατευνάζω |
εκτραχύνω ερεθίζω ακονίζω οξύνω παροξύνω |
| αμείωτος | ακέραιος αμετάβλητος συνεχής αδιάλειπτος αδιάκοπος σταθερός |
ελαττωμένος συρρικνωμένος μειωμένος περιορισμένος πτωτικός |
| αμερόληπτος | ακέραιος δίκαιος ουδέτερος αντικειμενικός |
μεροληπτικός χαριστικός άδικος ρουσφετολογικός |
| αμεροληψία | απροσωποληψία αντικειμενικότητα ακεραιότητα δικαιοσύνη ευθύτητα |
ρουσφετολογία μεροληπτικότητα φατριασμός |
| αμετάβλητος | αναλλοίωτος ανεξέλεγκτος σταθερός πανομοιότυπος μονότονος |
|
| αμετάκλητος | αμετάτρεπτος τελεσίδικος οριστικός |
ανακλητός ακυρώσιμος ασταθής |
| άμιλλα | συναγωνισμός αναμέτρηση διαγωνισμός |
ανταγωνισμός |
| αμυδρός | αόριστος θολός δυσδιάκριτος αδύναμος ελάχιστος περιορισμένος |
ακριβής συγκεκριμένος εμφανής έντονος αισθητός αρκετός ξεκάθαρος |
| αμφιβολία | αβεβαιότητα δισταγμός ενδοιασμός σκεπτικισμός αμφιταλάντευση διχογνωμία |
βεβαιότητα πεποίθηση σιγουριά θετικότητα |
×