| Λέξη | Συνώνυμα | Αντώνυμα |
|---|---|---|
| ακμάζω | ευημερώ αναπτύσσομαι |
παρακμάζω |
| ακόρεστος | άπληστος λαίμαργος αδηφάγος |
κορεσμένος εγκρατής ολιγαρκής συντηρητικός |
| ακούσιος | αθέλητος αυτόματος άθελος |
εκούσιος θελημένος |
| ακράδαντος | ακλόνητος αδιάσειστος ατράνταχτος σταθερός |
ασταθής αμφίβολος αβέβαιος εύσειστος |
| ακυρώνω | καταργώ καταλύω αναιρώ ανακαλώ ματαιώνω μηδενίζω αποδυναμώνω |
θεσπίζω εφαρμόζω επικυρώνω επιβεβαιώνω διατηρώ δυναμώνω τηρώ |
| αλάνθαστος | αλάθευτος αλάθητος σωστός ακριβής |
λανθασμένος εσφαλμένος σφαλερός |
| αλλαγή | μετατροπή αλλοίωση διαφοροποίηση μεταλλαγή μετάπλαση μεταποίηση τροποποίηση μετασχηματισμός |
στασιμότητα σταθερότητα |
| αλλοίωση | μεταβολή μετατροπή τροποποίηση νόθευση παραποίηση παραχάραξη |
|
| αλλοτρίωση | αποξένωση απώλεια αποστέρηση εκποίηση |
αυθεντικότητα κυριαρχία κυριότητα |
| αλόγιστος | παράλογος ασυλλόγιστος απερίσκεπτος αστόχαστος |
λογικός συνετός μετρημένος γνωστικός |
×